κομπάρσος

ουσιαστικό

Πρόσωπο που εμφανίζεται σε ταινία, θεατρική παράσταση ή τηλεοπτική παραγωγή σε δευτερεύοντα ρόλο, χωρίς να έχει κεντρική συμμετοχή στην πλοκή.

Συνώνυμα

χοροστάτης ταξιάρχης συμπαρειστάμενος ηθοποιός παρατηρητής υποχείριο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στην ταινία εμφανίστηκε ως κομπάρσος σε μια σκηνή του πλήθους.
  • Δούλεψε ως κομπάρσος στο θέατρο για να αποκτήσει εμπειρία.
  • Μην παριστάνεις τον κομπάρσο σε αυτή την υπόθεση, έχεις κι εσύ ρόλο στις αποφάσεις.
  • Οι κομπάρσοι στην παράσταση έδωσαν ζωντάνια στο σκηνικό.
  • Συχνά ένιωθε απλός κομπάρσος μπροστά στους πιο δυναμικούς συναδέλφους του.