κολαστήριο
άλλοΤόπος ή κατάσταση πολύ σκληρής, βασανιστικής ή αφόρητης εμπειρίας, όπου κάποιος υποφέρει έντονα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παλιό κάστρο ήταν κολαστήριο για τους πολιτικούς κρατουμένους.
- Το εργοστάσιο χωρίς διαλείμματα έχει γίνει κολαστήριο για τους εργάτες.
- Το ταξίδι με τις συνεχείς καθυστερήσεις ήταν ένα κολαστήριο.
- Για πολλούς ασθενείς το νοσοκομείο μετατράπηκε σε κολαστήριο λόγω των συνθηκών.
- Οι συνεχείς υποχρεώσεις έκαναν τις διακοπές μου κολαστήριο.