κολέγιο
ουσιαστικό1. Εκπαιδευτικό ίδρυμα που παρέχει ανώτερη ή ανώτατη επαγγελματική ή ακαδημαϊκή εκπαίδευση, συνήθως ιδιωτικό ή συνδεδεμένο με ξένο πανεπιστήμιο, και απονέμει πτυχία, διπλώματα ή πιστοποιητικά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κολέγιο προσφέρει προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα.
- Το κολέγιο της πόλης είναι ιδιωτικό και δέχεται μαθητές από όλες τις τάξεις.
- Έμενε στο κολέγιο του πανεπιστημίου τον πρώτο χρόνο των σπουδών του.
- Το κολέγιο Επιστημών διοργάνωσε συνέδριο για νέους ερευνητές.
- Πολλοί απόφοιτοι του κολεγίου συναντήθηκαν στην ετήσια συγκέντρωση.