κοινωνικότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή τάση ενός ατόμου να επιδιώκει και να απολαμβάνει την επαφή και την αλληλεπίδραση με άλλους, εκδηλώνοντας φιλικότητα, συνεργασία και επικοινωνιακή προθυμία.
Συνώνυμα
εξωστρέφεια φιλικότητα ομαδικότητα συντροφικότητα συνεργατικότητα συμμετοχικότητα συναναστροφή ανοιχτότητα συλλογικότητα
Αντώνυμα
αντικοινωνικότητα εσωστρέφεια μοναχικότητα απομόνωση αποξένωση αποστασιοποίηση κλειστότητα ατομισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η κοινωνικότητα είναι χαρακτηριστικό που διευκολύνει τις ανθρώπινες σχέσεις.
- Η κοινωνικότητα των παιδιών αναπτύσσεται μέσα από το παιχνίδι.
- Στη βιολογία, η κοινωνικότητα των μυρμηγκιών μελετάται για να κατανοήσουμε συνεργατικές συμπεριφορές.
- Η κοινωνικότητα στον χώρο εργασίας βελτιώνει την επικοινωνία και την παραγωγικότητα.
- Η κοινωνικότητα της γειτονιάς ενισχύει το αίσθημα ασφάλειας και αλληλεγγύης.