κλινική

ουσιαστικό

1. Ιατρική μονάδα ή εγκατάσταση όπου παρέχονται διαγνώσεις, θεραπείες και φροντίδα ασθενών, είτε ως ανεξάρτητο ιατρείο είτε ως τμήμα νοσηλευτικού ιδρύματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κλινική άνοιξε νέα πτέρυγα για τους ασθενείς.
  • Η κλινική μελέτη απέδειξε την ασφάλεια του φαρμάκου.
  • Η κλινική εικόνα της ασθενούς βελτιώθηκε μετά τη θεραπεία.
  • Η κλινική πρακτική απαιτεί ακρίβεια και συνεργασία.
  • Πήγα στην κλινική για να κάνω εργαστηριακές εξετάσεις.