κινδυνεύω

ρήμα

1. Βρίσκομαι ή τίθεμαι σε κατάσταση όπου υπάρχει πιθανότητα βλάβης, απώλειας, τραυματισμού ή άλλης δυσμενούς συνέπειας για την ασφάλεια, την υγεία ή την περιουσία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο σκύλος κινδυνεύει να πέσει από το βράχο.
  • Αν συνεχίσει έτσι, ο εργαζόμενος κινδυνεύει να χάσει τη δουλειά του.
  • Πολλά είδη πουλιών κινδυνεύουν από την καταστροφή των οικοτόπων τους.
  • Δεν θέλω να κινδυνεύω την υγεία μου για τη δουλειά.
  • Με τις επενδύσεις αυτές κινδυνεύουμε να χάσουμε ό,τι έχουμε αποταμιεύσει.