κιβώτιο
ουσιαστικό1. Κλειστό ή ανοιχτό δοχείο με επίπεδες πλευρές, συνήθως με καπάκι, κατασκευασμένο από ξύλο, χαρτόνι, μέταλλο ή πλαστικό, που προορίζεται για φύλαξη, συσκευασία ή μεταφορά αντικειμένων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κιβώτιο περιείχε τα παλιά βιβλία από το πατάρι.
- Το κιβώτιο ταχυτήτων χρειάζεται άμεση επισκευή.
- Άνοιξα το κιβώτιο και βρήκα το νέο κινητό μέσα.
- Έβαλαν τα πορτοκάλια σε μεγάλο κιβώτιο για τη μεταφορά.
- Το ηλεκτρικό κιβώτιο βρίσκεται πίσω στον τοίχο.