κερδοφόρος
επίθετο1. Που αποφέρει καθαρό οικονομικό κέρδος ή υπερβαίνει τα έξοδα και τις υποχρεώσεις σε μια επιχείρηση, επένδυση ή δραστηριότητα.
2. Που προσφέρει σημαντικό όφελος ή θετική απόδοση σε σχέση με τον κόπο, τον χρόνο ή τους διαθέσιμους πόρους.
Συνώνυμα
επικερδής προσοδοφόρος αποδοτικός πλεονασματικός καρποφόρος χρυσοφόρος ωφέλιμος συμφέρων επωφελής παραγωγικός κερδοσκοπικός εισοδηματικός επιτυχημένος επιτυχής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επένδυση αποδείχθηκε πολύ κερδοφόρος για την εταιρεία.
- Το νέο κατάστημα είναι ήδη κερδοφόρο από τον πρώτο χρόνο λειτουργίας.
- Η επιχείρηση έγινε πιο κερδοφόρα μετά τις αλλαγές στη στρατηγική της.
- Ψάχνουμε για μια κερδοφόρα συνεργασία με σταθερή προοπτική ανάπτυξης.
- Η συναλλαγή αυτή ήταν ιδιαίτερα κερδοφόρα για όλους τους εμπλεκόμενους.