καυστικός
επίθετο1. Που προκαλεί καύση, έγκαυμα ή διάβρωση σε υλικά ή ιστούς μέσω χημικής, θερμικής ή άλλης δράσης.
2. Που εκφράζει λόγο ή συμπεριφορά με έντονη δριμύτητα και προσβλητικό χαρακτήρα, προκαλώντας δυσφορία ή έντονη κριτική εντύπωση στον αποδέκτη.
Συνώνυμα
σαρκαστικός αιχμηρός καυτηριαστικός μπηχτικός διαβρωτικός σκωπτικός ειρωνικός σαρδόνιος κοροϊδευτικός κοφτερός δριμύς σκληρός οξύ κριτικός εριστικός οξύς πικρός κυνικός εκρηκτικός έντονος τσουχτερός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το άρθρο του ήταν πολύ καυστικός και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
- Έκανε ένα καυστικός σχόλιο για την πολιτική κατάσταση.
- Η καυστικός κριτική του σκηνοθέτη δεν άφησε κανέναν αδιάφορο.
- Η απάντησή του ήταν τόσο καυστικός που ακούστηκε σχεδόν προσβλητική.
- Ο τόνος της ομιλίας του έγινε πιο καυστικός όσο περνούσε η ώρα.