κατατάσσομαι

ρήμα

1. Τοποθετώ τον εαυτό μου ή κάποιον/κάτι σε συγκεκριμένη κατηγορία, τάξη, σειρά ή βαθμίδα σύμφωνα με ορισμένα κριτήρια.

2. Δηλώνω συμμετοχή ή εγγραφή σε μια ομάδα, λίστα, σχολή, υπηρεσία ή διαδικασία επιλογής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο τέλος της χρονιάς κατατάσσομαι πάντα στους πρώτους της τάξης.
  • Με βάση τα αποτελέσματά μου, κατατάσσομαι στην τρίτη θέση του διαγωνισμού.
  • Ο Γιάννης κατατάσσεται στις ένοπλες δυνάμεις τον επόμενο μήνα.
  • Η ταινία αυτή κατατάσσεται στις καλύτερες της δεκαετίας.
  • Στατιστικά, η εταιρεία μας κατατάσσεται ανάμεσα στις πιο κερδοφόρες του κλάδου.