κατάστιχο
ουσιαστικόΓραπτό ή ηλεκτρονικό αρχείο στο οποίο καταγράφονται συστηματικά στοιχεία, όπως ονόματα, ποσότητες, ημερομηνίες ή συναλλαγές, με σκοπό την τεκμηρίωση, την παρακολούθηση και τον έλεγχο.
Συνώνυμα
κατάλογος λίστα μητρώο ονοματολόγιο πίνακας αρχείο ημερολόγιο λογαριασμός ευρετήριο ρόστερ μενού γραφή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ταμίας κατέγραψε όλες τις εισπράξεις στο κατάστιχο.
- Στο κατάστιχο του συλλόγου υπάρχουν τα ονόματα των μελών.
- Η υπεύθυνη έκανε ανασκόπηση του αποθέματος στο κατάστιχο πριν κλείσει το κατάστημα.
- Η επιτροπή έλαβε ένα κατάστιχο παραπόνων που πρέπει να διερευνηθούν.
- Η ιστορία του έργου αποτελεί ένα κατάστιχο λανθασμένων αποφάσεων.