καρότσι
ουσιαστικό1. Μικρό τροχήλατο όχημα με χειρολαβή ή πλαίσιο, που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά αντικειμένων ή προσώπων σε κοντινές αποστάσεις.
2. Παιδικό βρεφικό όχημα με καθισματάκι και τροχούς, σχεδιασμένο για τη μετακίνηση μωρού ή μικρού παιδιού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έσπρωξα το καρότσι του μωρού στο πάρκο.
- Το καρότσι στο σούπερ μάρκετ ήταν γεμάτο ψώνια.
- Ένας εργάτης μας βοήθησε να φορτώσουμε τα κιβώτια στο καρότσι.
- Τα παιδιά έβαλαν την κούκλα στο καρότσι και την πήγαν βόλτα.
- Το καρότσι με τις αποσκευές έφτασε πρώτο στον τερματικό σταθμό.