καλοτυχία

ουσιαστικό

Η κατάσταση ή το γεγονός να έχει κανείς ευνοϊκή τύχη, καλή έκβαση ή ευχάριστη εξέλιξη σε κάτι.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η καλοτυχία τον συνόδευε σε κάθε νέο ξεκίνημα.
  • Ύστερα από χρόνια δυσκολιών, ένιωσε επιτέλους την καλοτυχία να του χαμογελά.
  • Τους ευχήθηκαν υγεία, προκοπή και πολλή καλοτυχία.
  • Πίστευε πως η σκληρή δουλειά φέρνει περισσότερη καλοτυχία από την τύχη.
  • Η ξαφνική συνάντησή τους ήταν μια μεγάλη καλοτυχία για όλους.
  • Μακάρι το νέο έτος να σας φέρει καλοτυχία και χαρές.