κακότυχος
επίθετο1. Που έχει συχνά ατυχίες ή υφίσταται δυσμενή συμβάντα λόγω κακής τύχης.
2. Που φαίνεται προορισμένος για δυσάρεστες εκβάσεις ή που εμπνέει συμπάθεια εξαιτίας των ατυχών περιστάσεων.
Συνώνυμα
άτυχος ατυχής δύστυχος γρουσούζος δυστυχής γρουσουζιάρης κακομοίρης κακορίζικος κακοτυχισμένος ατυχισμένος καταραμένος άμοιρος κακοπαθημένος κακοδαιμονικός αναθεματισμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κακότυχος οδηγός είχε και λάστιχο να σκιστεί και μποτιλιάρισμα στο δρόμο.
- Η κακότυχη κοπέλα έχασε την τελευταία σύνδεση για το αεροπλάνο.
- Οι κακότυχοι επιβάτες έμειναν στο αεροδρόμιο για δύο μέρες μετά την ακύρωση των πτήσεων.
- Μια κακότυχη συγκυρία στέρησε τη νίκη από την ομάδα στο τελευταίο λεπτό.
- Μετά από τόσα προβλήματα, αισθανόταν ότι ήταν κακότυχος σε κάθε βήμα.