καζίνο
ουσιαστικόΕγκατάσταση ή επιχείρηση όπου οργανώνονται και διεξάγονται τυχερά παιχνίδια και στοιχηματισμοί, συνήθως συνοδευόμενα από υπηρεσίες ψυχαγωγίας, εστίασης ή διαμονής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το καζίνο στην παραλία άνοιξε και πάλι μετά την ανακαίνιση.
- Πήγαν στο καζίνο για να δοκιμάσουν την τύχη τους.
- Τα κέρδη του καζίνο αυξήθηκαν φέτος λόγω τουρισμού.
- Η πολιτεία επέβαλε νέους κανόνες λειτουργίας στα καζίνο.
- Η συζήτηση έγινε καζίνο όταν άρχισαν να φωνάζουν.