κάμψη
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή η κατάσταση κατά την οποία κάτι λυγίζει, μεταβάλλει το σχήμα του ή αποκλίνει από την ευθεία του πορεία.
2. Στη φυσική και τη μηχανική, η παραμόρφωση ενός σώματος όταν δέχεται δυνάμεις που το αναγκάζουν να λυγίσει.
Συνώνυμα
λύγισμα κάμπτωση ύφεση λύγιση κύρτωση ελάττωση επιβράδυνση παρακμή εξασθένηση κατάπτωση κατρακύλα καμπή μείωση πτώση τόξο απομείωση εξασθένιση μαρασμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κάμψη των πωλήσεων ανησύχησε την εταιρεία.
- Η κάμψη του χεριού προκαλεί πόνο μετά τον τραυματισμό.
- Η κάμψη της οικονομίας έγινε αισθητή σε πολλούς κλάδους.
- Στη φυσική, η κάμψη της δοκού εξετάζεται με ειδικά όργανα.
- Η ξαφνική κάμψη του ενδιαφέροντος μάς εξέπληξε.