ιδιωτικώς

επίρρημα

1. Με τρόπο που αφορά την προσωπική σφαίρα ή τον ιδιωτικό τομέα.

2. Από ιδιώτη ή μέσω ιδιωτικών πόρων και δομών, χωρίς εμπλοκή δημόσιων φορέων.

3. Κατά προσωπική υπόθεση ή σε περιορισμένο κύκλο, με διακριτικότητα και χωρίς δημόσια δημοσιοποίηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Συζήτησαν τα προσωπικά τους θέματα ιδιωτικώς, μακριά από τα μέσα ενημέρωσης.
  • Ο καθηγητής δέχτηκε να συμβουλεύσει τον φοιτητή ιδιωτικώς μετά το μάθημα.
  • Το συμβάν λύθηκε ιδιωτικώς, χωρίς να καταφύγουν σε δικαστήρια.
  • Η ασθενής προτίμησε να εξεταστεί ιδιωτικώς, όχι στο δημόσιο νοσοκομείο.
  • Το έργο χρηματοδοτήθηκε ιδιωτικώς, χωρίς κρατικές επιδοτήσεις.