ιδιωτικό
επίθετο1. Που ανήκει ή αφορά σε μεμονωμένα πρόσωπα ή ιδιωτικούς φορείς και δεν υπάγεται στον δημόσιο τομέα.
2. Που προορίζεται για προσωπική χρήση ή για περιορισμένη πρόσβαση και δεν είναι ευρέως προσβάσιμο στο κοινό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ιδιωτικό σχολείο προσφέρει επιπλέον μαθήματα.
- Έχει δικό του ιδιωτικό γραφείο στο κέντρο της πόλης.
- Το ιδιωτικό ακίνητο που αγόρασαν έχει μεγάλη αυλή.
- Η συζήτηση αφορούσε ένα ιδιωτικό ζήτημα της οικογένειας.
- Το ιδιωτικό αεροπλάνο αναχώρησε νωρίς το πρωί.