ιδιωτικά
επίρρημα1. Με τρόπο μη δημόσιο, προσωπικό ή κλειστό, που αφορά μόνο σε περιορισμένο κύκλο προσώπων ή γίνεται εκτός δημόσιας προβολής.
2. Σχετικά με δραστηριότητα, υπηρεσία ή χώρο που ανήκει ή απευθύνεται σε ιδιώτες και όχι στο κράτος ή σε δημόσιο φορέα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μιλήσαμε ιδιωτικά για τα προσωπικά μας θέματα.
- Τα ιδιωτικά σχολεία έχουν υψηλότερα δίδακτρα.
- Παρακολουθεί ιδιωτικά μαθήματα πιάνου κάθε Σάββατο.
- Ο γιατρός τον εξέτασε ιδιωτικά, χωρίς να περιμένει στην ουρά.
- Προτιμά να χειρίζεται τα οικονομικά του ιδιωτικά και όχι δημόσια.