θησαυροφυλάκιο
ουσιαστικό1. Κλειστός και ασφαλής χώρος ή ειδική εγκατάσταση προοριζόμενη για τη φύλαξη και προστασία πολύτιμων αντικειμένων, χρημάτων, κοσμημάτων και σημαντικών εγγράφων, με μέτρα ασφαλείας όπως θωράκιση, κλειδαριές και συναγερμό.
Συνώνυμα
χρηματοκιβώτιο ταμείο θησαυροθήκη θυρίδα αποθετήριο θησαυροφυλακή κρύπτη αποθήκη κρυψώνα κρησφύγετο θήκη θησαυρός αρχειοθήκη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι φύλακες άνοιξαν το θησαυροφυλάκιο της τράπεζας για επιθεώρηση.
- Στο θησαυροφυλάκιο του μουσείου φυλάσσονται σπάνια αρχαία κοσμήματα.
- Το ψηφιακό θησαυροφυλάκιο του δήμου αποθηκεύει ιστορικά αρχεία.
- Η συλλογή αυτή είναι ένα θησαυροφυλάκιο γνώσης για τους σπουδαστές.
- Η προστατευόμενη ζώνη αποτελεί θησαυροφυλάκιο βιοποικιλότητας.