θεραπευτής

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που παρέχει θεραπεία σε ασθενείς ή πελάτες με σκοπό την αποκατάσταση, τη διατήρηση ή τη βελτίωση της σωματικής ή ψυχικής υγείας.

Συνώνυμα

ψυχοθεραπευτής ψυχοθεραπεύτρια φυσικοθεραπευτής φυσικοθεραπεύτρια εργοθεραπευτής εργοθεραπεύτρια λογοθεραπευτής λογοθεραπεύτρια θεραπεύτρια ψυχολόγος ψυχολόγισσα ψυχίατρος ιατρός γιατρός σύμβουλος μασέρ μασέζ ρεφλεξολόγος οστεοπαθητικός χειροπράκτης ειδικός κόουτς φροντιστής

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο θεραπευτής συνέστησε καθημερινές ασκήσεις για την αποκατάσταση του ώμου.
  • Η Μαρία εμπιστεύτηκε τον θεραπευτή της για να αντιμετωπίσει το άγχος.
  • Οι θεραπευτές στο κέντρο συνεργάζονται για εξατομικευμένα προγράμματα αποκατάστασης.
  • Σε εναλλακτική συνεδρία βρήκε ανακούφιση από έναν θεραπευτή που προσφέρει ενεργειακές θεραπείες.
  • Το έργο του ως θεραπευτής περιλαμβάνει και ψυχολογική υποστήριξη των ασθενών.