θανάτωση
ουσιαστικό1. Πράξη ή διαδικασία κατά την οποία επιφέρεται ο τερματισμός της ζωής ενός οργανισμού.
Συνώνυμα
ευθανασία εκτέλεση δολοφονία φόνος ανθρωποκτονία εξόντωση εξολόθρευση σφαγή σκότωμα σκοτωμός ξεκάνωμα ξεκάντωμα αποκεφαλισμός δηλητηρίαση τουφεκισμός πυροβολισμός πνιγμός ασφυξία εξαφάνιση θάνατος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ασθενής ζήτησε την θανάτωση για να αποφύγει τον αβάσταχτο πόνο.
- Η θανάτωση των τραυματισμένων ζώων αποφασίστηκε από τον κτηνίατρο.
- Η έρευνα διερευνά τη θανάτωση του υπόπτου κατά τη διάρκεια της επιχείρησης.
- Ο νόμος απαγορεύει τη θανάτωση χωρίς δικαστική εντολή.
- Η αυξημένη χρήση δηλητηρίων οδήγησε σε μαζική θανάτωση τρωκτικών.