ζέστη

ουσιαστικό

1. Υψηλή θερμοκρασία του περιβάλλοντος ή ενός αντικειμένου που προκαλεί αίσθηση θερμότητας.

2. Αίσθηση θερμότητας στο σώμα ή σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος, είτε λόγω καιρικών συνθηκών είτε λόγω φυσιολογικών αιτίων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έχει πολλή ζέστη σήμερα.
  • Μου κάνει ζέστη μέσα στο σπίτι.
  • Ο φούρνος βγάζει πολύ ζέστη.
  • Η κουβέρτα δίνει ζέστη το βράδυ.
  • Η ζέστη της παρέας έκανε το κλίμα πιο φιλικό.