εύσωμος
επίθετο1. Που έχει γεμάτη, πλατιά ή παχιά σωματική διάπλαση, με συμπαγές σώμα και εμφανή όγκο.
2. Που έχει ογκώδη ή συμπαγή μορφή, συνήθως σε αντικείμενα ή σύνολα, δίνοντας εντύπωση βάρους ή σταθερότητας.
Συνώνυμα
ευτραφής παχύσαρκος σαρκώδης σωματώδης γεροδεμένος στεβαρός ευανάπτυκτος παχουλός χοντρός παχύς χοντρούλης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εύσωμος ψαράς τραβούσε τα δίχτυα στη βάρκα.
- Η εύσωμη μητέρα αγκάλιασε το παιδί της.
- Το άλογο ήταν εύσωμο και πολύ δυνατό.
- Οι εύσωμοι εργάτες κουβάλησαν τα δοκάρια στο εργοτάξιο.
- Το παλιό καΐκι φαινόταν εύσωμο και σταθερό στα κύματα.