εφαρμόσιμος
επίθετο1. Που μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη ή να υλοποιηθεί, παρουσιάζοντας πρακτική χρησιμότητα.
2. Που μπορεί να τεθεί σε ισχύ ή να επιβληθεί (για νόμους, κανόνες, μέτρα).
3. Που ταιριάζει ή προσαρμόζεται εύκολα σε συγκεκριμένες συνθήκες ή απαιτήσεις.
Συνώνυμα
υλοποιήσιμος πραγματοποιήσιμος εφαρμοστέος εφικτός αρμόζων προσαρμόσιμος πρακτικός λειτουργικός λειτουργήσιμος χρηστικός βολικός χειροπιαστός κατάλληλος χρήσιμος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νέος νόμος είναι εφαρμόσιμος από την επόμενη εβδομάδα.
- Ο σχεδιασμός αυτός φαίνεται εφαρμόσιμος σε μικρή κλίμακα.
- Ο κανόνας που προτάθηκε δεν είναι πρακτικά εφαρμόσιμος.
- Ο αλγόριθμος θεωρείται εφαρμόσιμος με τους τρέχοντες πόρους.
- Αυτός ο τρόπος εργασίας δεν είναι εφαρμόσιμος σε όλες τις περιπτώσεις.