ευρύχωρος
επίθετοΠου διαθέτει μεγάλη εσωτερική ή συνολική χωρητικότητα, προσφέροντας άνετο χώρο για κίνηση, τοποθέτηση αντικειμένων ή παραμονή ανθρώπων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
στενός μικρός στενόχωρος στριμωγμένος ασφυκτικός συνωστισμένος σφιχτός περιορισμένος κλειστός συμπιεσμένος μικροσκοπικός
Παραδείγματα χρήσης
- Το ευρύχωρο διαμέρισμα έχει μεγάλο σαλόνι και φωτεινά παράθυρα.
- Το αυτοκίνητο είναι ευρύχωρο και άνετο για οικογενειακά ταξίδια.
- Η βαλίτσα είναι ευρύχωρη και χωράει ρούχα για δύο εβδομάδες.
- Η ευρύχωρη αίθουσα δεξιώσεων φιλοξένησε πάνω από διακόσιους καλεσμένους.
- Τα ευρύχωρα ρούχα που αγόρασε είναι ιδανικά για άνετη κίνηση.
- Το πορτ-μπαγκάζ του ταξί ήταν ευρύχωρο, γι' αυτό δε δυσκολευτήκαμε με τις αποσκευές.