ευεργέτης
ουσιαστικόΆτομο που παρέχει χρηματική, υλική ή άλλη υποστήριξη σε πρόσωπα, οργανισμούς ή κοινότητες, συνήθως χωρίς άμεσο προσωπικό όφελος, με σκοπό την ενίσχυση, ανακούφιση ή προώθηση κοινωφελών σκοπών.
Συνώνυμα
ευεργέτισσα δωρητής χορηγός σπόνσορας φιλάνθρωπος μεγαλοδωρητής χρηματοδότης επιχορηγητής προστάτης υποστηρικτής συμπαραστάτης συνεισφέρων
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ευεργέτης δώρισε πολλά χρήματα στο νοσοκομείο για τον απαραίτητο εξοπλισμό.
- Στην πλάκα του μουσείου αναφέρεται το όνομα του ευεργέτη που χρηματοδότησε την ανέγερσή του.
- Οι ευεργέτες της πόλης χρηματοδότησαν την κατασκευή σχολείων και πολιτιστικών κέντρων.
- Τον θεωρώ ευεργέτη μου γιατί με βοήθησε όταν βρισκόμουν σε μεγάλη ανάγκη.
- Ο δήμος απένειμε τιμητικό τίτλο στον ευεργέτη που στήριξε το πολιτιστικό πρόγραμμα.