εσωτερικά

επίρρημα

1. Με τρόπο που αφορά το εσωτερικό μέρος ή την εσωτερική περιοχή ενός αντικειμένου, χώρου ή σώματος.

2. Στο πλαίσιο ενός οργανισμού, συστήματος ή ομάδας, εντός των εσωτερικών λειτουργιών, δομών ή υποθέσεων του.

Συνώνυμα

μέσα εντός εσωτερικώς ενδόμυχα βαθιά έσω ψυχικά ιδιωτικά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ντουλάπι είναι εσωτερικά βαμμένο μπλε.
  • Ο γιατρός εξέτασε εσωτερικά τον ασθενή με αξονική τομογραφία.
  • Η διεύθυνση διευθέτησε το πρόβλημα εσωτερικά, χωρίς δημόσια ανακοίνωση.
  • Ένιωθε εσωτερικά ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
  • Η ομάδα συμφώνησε εσωτερικά στις αλλαγές πριν τις παρουσιάσει στη διοίκηση.