ερωτισμός
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση έντονης σεξουαλικής επιθυμίας ή έλξης μεταξύ ατόμων.
2. Έκφραση ή παρουσία στοιχείων, συμπεριφορών ή απεικόνισης που προκαλούν ή υποδηλώνουν σεξουαλικό ενδιαφέρον.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ερωτισμός στην ταινία ήταν έντονος.
- Η ζωγραφική της αποπνέει ερωτισμό.
- Ο ερωτισμός παίζει ρόλο στην ανθρώπινη συμπεριφορά.
- Η διαφήμιση έπαιξε με τον ερωτισμό για να τραβήξει την προσοχή.
- Στα ποιήματά του υπήρχε πάντα ένας λυρικός ερωτισμός.