ερειπωμένος
επίθετοΠου έχει καταστραφεί σε μεγάλο βαθμό και βρίσκεται σε ερειπωμένη κατάσταση, με εμφανή ίχνη φθοράς ή εγκατάλειψης.
Συνώνυμα
ρημαγμένος κατεστραμμένος γκρεμισμένος λεηλατημένος εγκαταλειμμένος χαμένος εγκαταλελειμμένος παρατημένος διαλυμένος σαθρωμένος μαραζωμένος παλαιός εξαθλιωμένος ερημωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παλιό σπίτι στο χωριό ήταν εντελώς ερειπωμένο μετά τον σεισμό.
- Περπατήσαμε ανάμεσα στα ερειπωμένα κτίρια της παλιάς πόλης.
- Η αυλή έμοιαζε ερειπωμένη, γεμάτη χόρτα και σπασμένα κεραμίδια.
- Μετά από χρόνια εγκατάλειψης, το μοναστήρι είχε γίνει ερειπωμένο.
- Η περιοχή γύρω από το κάστρο ήταν τόσο ερειπωμένη που δεν ακουγόταν ψυχή.