επιλέγομαι
ρήμα1. Γίνομαι αντικείμενο επιλογής από κάποιον ή κάποια ομάδα, δηλαδή κάποιος με επιλέγει για συμμετοχή, ανάθεση ή εκπροσώπηση.
2. Ανατίθεται σε εμένα μια θέση, ρόλος ή καθήκον ως αποτέλεσμα διαδικασίας αξιολόγησης, ψηφοφορίας ή απόφασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
απορρίπτομαι αποκλείομαι κόβομαι παραλείπομαι παραγκωνίζομαι διαγράφομαι απομακρύνομαι παρακάμπτομαι τυχαίνω απολύομαι εξοστρακίζομαι εξαιρούμαι
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθως επιλέγομαι για τα πιο σύνθετα πρότζεκτ στο γραφείο.
- Όταν επιλέγομαι από την επιτροπή, ενημερώνομαι αμέσως.
- Ελπίζω να επιλέγομαι για το διεθνές συνέδριο φέτος.
- Στη λίστα των υποψηφίων, επιλέγομαι με βάση την εμπειρία και τα προσόντα.
- Αν επιλέγομαι τακτικά, αυτό δείχνει εμπιστοσύνη στις ικανότητές μου.