επαληθεύομαι
ρήμα1. Γίνομαι αντικείμενο ελέγχου ή εξέτασης και διαπιστώνεται ότι είμαι σωστός, αληθής ή σύμφωνος με τα δεδομένα ή τα πρότυπα.
2. Επιβεβαιώνεται η ορθότητα, η εγκυρότητα ή η συνέπεια μιας πληροφορίας, υπόθεσης, πρόβλεψης ή αποτελέσματος.
Συνώνυμα
επιβεβαιώνομαι βεβαιώνομαι αληθεύω σιγουρεύομαι διαπιστώνομαι αποδεικνύομαι πιστοποιούμαι επικυρώνομαι εγκρίνομαι τεκμηριώνομαι δικαιώνομαι επισημοποιούμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τελικά, επαληθεύομαι από τα αποτελέσματα της έρευνας.
- Κατά την είσοδο στην εφαρμογή, επαληθεύομαι με το δακτυλικό αποτύπωμα.
- Παρά τις αμφιβολίες, συχνά επαληθεύομαι στις προβλέψεις μου.
- Όταν συγκρίνω τα δεδομένα, επαληθεύομαι ως προς τις εκτιμήσεις μου.
- Μετά τη διασταύρωση των στοιχείων, επαληθεύομαι και μπορώ να προχωρήσω.