εξωτερικό
επίθετο1. Που βρίσκεται ή προέρχεται από το έξω μέρος σε σχέση με κάτι άλλο.
2. Που αφορά ή αναφέρεται στην εξωτερική επιφάνεια, όψη ή όριο ενός αντικειμένου, χώρου ή οργανισμού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σπούδασε στο εξωτερικό για δύο χρόνια.
- Το εξωτερικό του αυτοκινήτου είναι γεμάτο γρατζουνιές.
- Το εξωτερικό περιβάλλον της επιχείρησης αλλάζει γρήγορα.
- Οι εργασίες ανατέθηκαν σε εξωτερικό συνεργείο.
- Οι κάμερες τοποθετήθηκαν στο εξωτερικό του κτιρίου.