εξαντλώ
ρήμα1. Καταναλώνω ή χρησιμοποιώ εντελώς ένα απόθεμα, πόρο ή ποσότητα, μέχρι να μην υπάρχει πλέον διαθέσιμο υπόλοιπο.
2. Προκαλώ σε κάποιον ή σε κάτι έντονη κόπωση ή εξουθένωση, μειώνοντας τις δυνάμεις, τα αποθέματα ή την αντοχή του.
Συνώνυμα
εξουθενώνω κουράζω ξεζουμίζω καταναλώνω τσακίζω καταπονώ σπαταλώ κατασπαταλώ αδειάζω τελειώνω αποστραγγίζω απομυζώ ξεθεώνω στραγγίζω ξεκάνω ξεσκίζω ταλαιπωρώ εξανεμίζω καταβροχθίζω βασανίζω φθείρω κακομεταχειρίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εξαντλώ τα αποθέματα νερού κατά τη διάρκεια του καύσωνα.
- Εξαντλώ την υπομονή μου με τις συνεχείς καθυστερήσεις.
- Με τη μαραθώνια πεζοπορία, εξαντλώ εντελώς τις δυνάμεις μου.
- Στη διάλεξη εξαντλώ το θέμα της κλιματικής αλλαγής.
- Ως διοργανωτής, εξαντλώ όλα τα εισιτήρια της συναυλίας μέσα σε λίγες ώρες.