εξαγορά
ουσιαστικό1. Πράξη απόκτησης ή αγοράς περιουσιακού στοιχείου, υπηρεσίας ή δικαιώματος έναντι χρηματικής ή άλλης αντιπαροχής.
2. Πράξη απόκτησης του ελέγχου μιας εταιρείας ή μερίδας μετοχών μέσω αγοράς, συχνά με σκοπό τη συγχώνευση ή ενοποίηση επιχειρήσεων.
Συνώνυμα
αγορά απόκτηση δωροδοκία λύτρα εξόφληση πληρωμή μίζα απορρόφηση μεταβίβαση κτήση αποζημίωση συναλλαγή αγοραπωλησία καταβολή εξιλέωση εξαργύρωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εξαγορά της μικρής εταιρείας από τον όμιλο ολοκληρώθηκε χθες.
- Η εξαγορά των ομήρων έγινε μετά από πολύωρες διαπραγματεύσεις.
- Η εξαγορά ψήφων είναι παράνομη και πλήττει τη δημοκρατία.
- Πρότεινε χρήματα ως εξαγορά της σιωπής του, κάτι που αρνήθηκε το θύμα.
- Η εξαγορά μετοχών από τη διοίκηση αύξησε την εμπιστοσύνη των επενδυτών.