ενδοχώρα
ουσιαστικό1. Εσωτερική περιοχή μιας χώρας ή περιοχής, μακριά από τις ακτές ή τα μεγάλα λιμάνια.
2. Γεωγραφική και οικονομική ζώνη που εξυπηρετεί ένα λιμάνι ή αστικό κέντρο, από όπου προέρχονται ή προς όπου κατευθύνονται αγαθά και υπηρεσίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ενδοχώρα του νησιού είναι ορεινή και δύσβατη.
- Το λιμάνι εξυπηρετεί την ενδοχώρα της περιφέρειας.
- Οι δρόμοι προς την ενδοχώρα χρειάζονται βελτίωση.
- Η εταιρεία επεκτείνει τις υπηρεσίες της στην ενδοχώρα για να προσεγγίσει περισσότερους πελάτες.
- Στα ποιήματά του περιγράφει την ενδοχώρα της μνήμης.