εκτίθεμαι
ρήμα1. Υποβάλλομαι στην επίδραση εξωτερικών παραγόντων (π.χ. καιρικών συνθηκών, χημικών ουσιών, ακτινοβολίας) με αποτέλεσμα να διατρέχω κίνδυνο, να υφίσταμαι βλάβη ή να υφίσταται μεταβολή.
Συνώνυμα
παρουσιάζομαι κινδυνεύω γελοιοποιούμαι προβάλλομαι αποκαλύπτομαι φανερώνομαι απογυμνώνομαι ξεγυμνώνομαι διακινδυνεύω ντροπιάζομαι διασυρόμαι υποβάλλομαι υπόκειμαι εμφανίζομαι ξεφτιλίζομαι ριψοκινδυνεύω διαψεύδομαι ξεσκεπάζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν κοινοποιώ προσωπικές φωτογραφίες στο διαδίκτυο, εκτίθεμαι σε κινδύνους.
- Μπροστά στο κοινό, αισθάνομαι ότι εκτίθεμαι.
- Χωρίς αδιάβροχο, εκτίθεμαι στη βροχή και αρρωσταίνω.
- Αν αποκαλύψω εμπιστευτικά στοιχεία, εκτίθεμαι νομικά.
- Στην έκθεση ζωγραφικής, εκτίθεμαι με τέσσερα νέα έργα.
- Μιλώντας ειλικρινά για τα συναισθήματά μου, εκτίθεμαι αλλά νιώθω πιο κοντά στους άλλους.