εκτίθεμαι

ρήμα

1. Υποβάλλομαι στην επίδραση εξωτερικών παραγόντων (π.χ. καιρικών συνθηκών, χημικών ουσιών, ακτινοβολίας) με αποτέλεσμα να διατρέχω κίνδυνο, να υφίσταμαι βλάβη ή να υφίσταται μεταβολή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

κρύβομαι αποκρύπτομαι αποσύρομαι προφυλάσσομαι προστατεύομαι ασφαλίζομαι απομονώνομαι κλείνομαι

Παραδείγματα χρήσης

  • Όταν κοινοποιώ προσωπικές φωτογραφίες στο διαδίκτυο, εκτίθεμαι σε κινδύνους.
  • Μπροστά στο κοινό, αισθάνομαι ότι εκτίθεμαι.
  • Χωρίς αδιάβροχο, εκτίθεμαι στη βροχή και αρρωσταίνω.
  • Αν αποκαλύψω εμπιστευτικά στοιχεία, εκτίθεμαι νομικά.
  • Στην έκθεση ζωγραφικής, εκτίθεμαι με τέσσερα νέα έργα.
  • Μιλώντας ειλικρινά για τα συναισθήματά μου, εκτίθεμαι αλλά νιώθω πιο κοντά στους άλλους.