εκρίζωση
ουσιαστικό1. Αφαίρεση ή εξαγωγή των ριζών φυτών ή δέντρων από το έδαφος, συχνά με σκοπό την απομάκρυνση του φυτού ή την προετοιμασία του εδάφους.
Συνώνυμα
ξερίζωμα αφαίρεση απομάκρυνση ξήλωμα εξάλειψη εξολόθρευση εξόντωση εξαφάνιση αφανισμός κατάργηση απαλοιφή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκρίζωση του παλιού δέντρου ήταν απαραίτητη λόγω των σπασμένων ριζών.
- Η εκρίζωση της πολιομυελίτιδας αποτελεί βασικό στόχο των διεθνών οργανισμών υγείας.
- Για την εκρίζωση της διαφθοράς χρειάζονται διαφάνεια, ανεξαρτησία των δικαστηρίων και έλεγχοι.
- Η εκρίζωση του κακόβουλου λογισμικού από το σύστημα απαιτεί ενημέρωση των προγραμμάτων και ανίχνευση.
- Η εκρίζωση του χαλασμένου δοντιού έγινε με τοπική αναισθησία στον οδοντίατρο.