εκπαιδεύω

ρήμα

1. Παρέχω συστηματική καθοδήγηση και πρακτική εξάσκηση σε άτομο ή ομάδα, ώστε να αποκτήσουν γνώσεις, δεξιότητες ή ικανότητες σε συγκεκριμένο αντικείμενο ή δραστηριότητα.

Συνώνυμα

διδάσκω μορφώνω διαπαιδαγωγώ καταρτίζω επιμορφώνω καθοδηγώ εξασκώ γυμνάζω προπονώ μαθαίνω εξοικειώνω ενημερώνω προετοιμάζω διαφωτίζω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ εκπαιδεύω τους μαθητές στη γλώσσα και τη γραφή.
  • Κάθε πρωί εκπαιδεύω τον σκύλο μου να υπακούει στις βασικές εντολές.
  • Στο στρατό εκπαιδεύω τους νεοσύλλεκτους σε τακτικές και πειθαρχία.
  • Στην εταιρεία εκπαιδεύω το προσωπικό στη χρήση νέων λογισμικών.
  • Στην έρευνα τεχνητής νοημοσύνης εκπαιδεύω τα μοντέλα με μεγάλα σύνολα δεδομένων.