ειρηνόφιλος
επίθετοΠου επιδεικνύει αγάπη ή προτίμηση για την ειρήνη και προωθεί ή επιδιώκει την ειρηνική επίλυση συγκρούσεων και την αποφυγή της βίας.
Συνώνυμα
φιλειρηνικός ειρηνοφιλής ειρηνολάτρης ειρηνιστής ειρηνικός αντιπολεμικός φιλειρηνιστής ειρηνοποιός συμφιλιωτής χίπης ήπιος γαληνός
Αντώνυμα
πολεμοκάπηλος πολεμοφιλής πολεμολάτρης πολεμόφιλος μιλιταριστής πολεμοχαρής πολεμικός επιθετικός μαχητικός πολεμιστής στρατολάτρης εχθρικός τρομοκράτης μαχητής ετοιμοπόλεμος νταής στρατιωτικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ειρηνόφιλος ακτιβιστής οργάνωσε μια διαδήλωση κατά του πολέμου.
- Η ειρηνόφιλη δημοσιογράφος προώθησε τον διάλογο ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές.
- Οι ειρηνόφιλοι πολίτες ψήφισαν υπέρ της ειρηνευτικής συμφωνίας.
- Η κυβέρνηση ανέλαβε μια ειρηνόφιλη πολιτική εξωτερικής δράσης.
- Οι ειρηνόφιλες οργανώσεις συντόνισαν την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας.