ειρηνεύω
ρήμα1. Επιφέρω ή συμβάλλω στον τερματισμό ένοπλων συγκρούσεων ή σοβαρών διαφωνιών, οδηγώντας σε κατάσταση ειρήνης.
2. Καθησυχάζω εντάσεις και επαναφέρω ηρεμία σε ένα χώρο ή στις σχέσεις μεταξύ προσώπων.
Συνώνυμα
ειρηνοποιώ συμφιλιώνω συμφιλιώνομαι κατευνάζω καταπραΰνω εξευμενίζω καθησυχάζω ηρεμώ ηρεμίζω ησυχάζω χαλιναγωγώ αποκαθιστώ διευθετώ
Αντώνυμα
κλιμακώνω επιτείνω αναζωπυρώνω υποδαυλίζω πολεμώ πολεμάω αναστατώνω ταράζω διχάζω διασπώ εξεγείρω προκαλώ μάχομαι σφυροκοπώ εκνευρίζω αγριεύω επιτίθεμαι
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δάσκαλος ειρηνεύει τα παιδιά όταν τσακώνονται.
- Η μουσική ειρηνεύει την ταραγμένη ψυχή της.
- Η διεθνής συμφωνία ειρηνεύει την περιοχή μετά τις διαπραγματεύσεις.
- Προσπάθησα να ειρηνεύσω τα πνεύματα μεταξύ των συναδέλφων.
- Ο χρόνος ειρηνεύει τις πληγές.