ειδοποιητήριο

ουσιαστικό

1. Έγγραφο ή γραπτή ειδοποίηση που ενημερώνει για οφειλή, ποσό προς πληρωμή ή προθεσμία και καλεί τον παραλήπτη να προβεί σε κατάλληλη ενέργεια.

Συνώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ειδοποιητήριο από την εταιρεία ρεύματος προειδοποιούσε για διακοπή λόγω ανεξόφλητου λογαριασμού.
  • Το ταχυδρομείο άφησε στο γραμματοκιβώτιο ένα ειδοποιητήριο για την παραλαβή του δέματος.
  • Έλαβα ειδοποιητήριο για κλήση στο δικαστήριο.
  • Η τράπεζα έστειλε ειδοποιητήριο σχετικά με την επικείμενη κατάσχεση εξαιτίας των οφειλών.
  • Μας παρέδωσαν ειδοποιητήριο για αλλαγή ωραρίου πριν τη σημερινή σύσκεψη.