εγωισμός
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή στάση κατά την οποία ένα άτομο προτάσσει το προσωπικό του συμφέρον, τις ανάγκες ή την εικόνα του εις βάρος των άλλων.
Συνώνυμα
εγωιστικότητα εγωκεντρισμός εγωκεντρικότητα αυτοκεντρισμός εγωμανία εγωπάθεια ατομικισμός ατομισμός ιδιοτέλεια έπαρση αλαζονεία υπερηφάνεια αυτολατρεία αυταρέσκεια ναρκισσισμός αυτοπροβολή τσιγκουνιά
Αντώνυμα
αλτρουισμός ανιδιοτέλεια αυταπάρνηση αυτοθυσία γενναιοδωρία ελεημοσύνη ταπεινότητα αλληλεγγύη ομαδικότητα αλληλοβοήθεια προσφορά συμπαράσταση θυσία απλοχεριά καλοσύνη σεμνότητα φιλανθρωπία μεγαλοψυχία ταπεινοφροσύνη ήθος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εγωισμός του τον εμπόδισε να ζητήσει συγγνώμη.
- Ο εγωισμός μερικές φορές λειτουργεί ως μηχανισμός αυτοπροστασίας.
- Ο εγωισμός στην ομάδα έβλαψε τη συνεργασία και την απόδοση.
- Σε κάποιες θεωρίες, ο εγωισμός θεωρείται κινητήρια δύναμη της συμπεριφοράς.
- Μετά την αποτυχία, ο εγωισμός του μειώθηκε και έγινε πιο ανοιχτός σε κριτική.