δυσπρόσιτος

επίθετο

1. Που είναι δύσκολο να προσεγγιστεί ή να φτάσει κανείς, λόγω μεγάλης απόστασης, δυσμενών γεωγραφικών συνθηκών, έλλειψης ασφαλών οδών ή άλλων εμποδίων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το χωριό βρίσκεται σε δυσπρόσιτο σημείο του βουνού.
  • Ο χειμώνας έκανε το μονοπάτι ακόμη πιο δυσπρόσιτο.
  • Η περιοχή παραμένει δυσπρόσιτη χωρίς αυτοκίνητο.
  • Το νησί ήταν παλιότερα δυσπρόσιτο για τους ταξιδιώτες.
  • Ο υπουργός ήταν δυσπρόσιτος στους δημοσιογράφους.