διδάσκω

ρήμα

1. Μεταδίδω γνώσεις, πληροφορίες ή δεξιότητες σε άτομο ή ομάδα μέσω εξήγησης, παρουσίασης ή συστηματικής διδασκαλίας, με σκοπό την κατανόηση και την εκμάθηση.

Συνώνυμα

παραδίδω δασκαλεύω εκπαιδεύω μορφώνω διαπαιδαγωγώ παιδαγωγώ παιδεύω επιμορφώνω κατηχεύω διαφωτίζω εξηγώ δείχνω καθοδηγώ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μου αρέσει να διδάσκω μαθηματικά στο γυμνάσιο.
  • Προσπαθώ να διδάσκω στους μαθητές μου όχι μόνο γνώσεις αλλά και σεβασμό.
  • Σκοπός μου είναι να διδάσκω πρακτικές δεξιότητες στα σεμινάριά μου.
  • Δεν σκοπεύω να διδάσκω κανέναν με τιμωρία, αλλά με διάλογο.
  • Με τις εμπειρίες μου έμαθα να διδάσκω με υπομονή και επιμονή.