διαχωριστικό

ουσιαστικό

1. Στοιχείο ή κατασκευή που χωρίζει δύο ή περισσότερους χώρους ή τμήματα, δημιουργώντας φυσικό ή οπτικό όριο.

2. Συσκευή ή μέσο που επιτρέπει τον διαχωρισμό υλικών, ρευστών ή ρευμάτων σε διαφορετικές φάσεις ή ομάδες.

Συνώνυμα

διαχωριστής χώρισμα διαμεριστικό τοίχος φράχτης φράγμα περίφραξη μεσότοιχος διαιρέτης οριοθέτης διαχωριστήρας σπλίτερ παραπέτασμα όριο διαχωριστήριο σύνορο τείχος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το διαχωριστικό στο γραφείο μας προσφέρει περισσότερη ιδιωτικότητα.
  • Έβαλαν ένα διαχωριστικό ανάμεσα στα τραπέζια του εστιατορίου.
  • Στην εφαρμογή, το οριζόντιο διαχωριστικό χωρίζει τις ενότητες του μενού.
  • Ο χαρακτήρας κόμμα (,) χρησιμοποιείται ως διαχωριστικό σε αρχεία CSV.
  • Τα διαχωριστικά του μουσείου διαμορφώνουν τη ροή των επισκεπτών.