διαλογίζομαι
ρήμα1. Ασχολούμαι με βαθιά και συγκεντρωμένη σκέψη πάνω σε ένα θέμα, εξετάζοντας ιδέες, επιχειρήματα ή αισθήματα με σκοπό την κατανόηση ή την επίλυση.
Συνώνυμα
συλλογίζομαι αναλογίζομαι συλλογιέμαι σκέφτομαι στοχάζομαι αναστοχάζομαι αναρωτιέμαι σκέπτομαι ζυγίζω εξετάζω μελετώ ενδοσκοπώ ρεμβάζω φιλοσοφώ διαλέγομαι συζητώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε βράδυ διαλογίζομαι για λίγα λεπτά πριν κοιμηθώ.
- Πριν δεχτώ μια σημαντική πρόταση, διαλογίζομαι τα υπέρ και τα κατά.
- Σε συναντήσεις εργασίας διαλογίζομαι με τους συναδέλφους για την καλύτερη λύση.
- Σε κάθε διαφωνία διαλογίζομαι μαζί του για να βρούμε μια συμβιβαστική λύση.
- Στις φιλοσοφικές μου αναζητήσεις διαλογίζομαι πάνω στην έννοια της ελευθερίας.