δεξιά
άλλο1. Πλευρά ή κατεύθυνση που βρίσκεται προς το δεξιό μέρος σε σχέση με κάποιο σημείο αναφοράς.
2. Σε θέση ή κίνηση προς τη δεξιά πλευρά σε σχέση με κάποιο σημείο αναφοράς, που δηλώνει προσανατολισμό χώρου ή κατεύθυνση.
Συνώνυμα
δεξιός δεξιόστροφα δεξιόστροφος δεξιόθεν συντηρητικοί συντηρητισμός συντηρητικά συντηρητικός φασίστες φασιστικά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στρίψε δεξιά στο πρώτο φανάρι.
- Το βιβλίο βρίσκεται στα δεξιά του τραπεζιού.
- Η χειρολαβή είναι τοποθετημένη στη δεξιά πλευρά της πόρτας.
- Οι επισκέπτες κάθονται στα δεξιά της σκηνής.
- Η πολιτική του κόμματος ανήκει στη δεξιά.