αριστερά
ουσιαστικό1. Πλευρά ή κατεύθυνση του χώρου που βρίσκεται προς την πλευρά όπου είναι το αριστερό χέρι ενός ατόμου όταν αυτός στέκεται όρθιος και κοιτάζει μπροστά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στρίψε αριστερά στο επόμενο φανάρι.
- Το κατάστημα βρίσκεται αριστερά του σούπερ μάρκετ.
- Η αριστερά πρότεινε αλλαγές στο φορολογικό σύστημα.
- Από τα γλυκά, έχουν μείνει ακόμα δύο κομμάτια αριστερά.
- Η ομάδα έσπρωξε τη συζήτηση αριστερά στην τελευταία συνέλευση.