δεδομένο

ουσιαστικό

1. Στοιχείο ή γεγονός το οποίο έχει καταγραφεί ή θεωρείται βέβαιο και χρησιμοποιείται ως βάση για σκέψη, ανάλυση ή δράση.

2. Ψηφιακή πληροφορία ή σειρά συμβόλων αποθηκευμένη, μεταδιδόμενη ή επεξεργαζόμενη από συστήματα υπολογιστών.

Συνώνυμα

στοιχείο γεγονός βέβαιο σίγουρο δοθέν δεδομένα γνωστό προφανές αυτονόητο βεβαιωμένο αποδεδειγμένο τεκμηριωμένο διαπιστωμένο προκαθορισμένο προαποφασισμένο τετελεσμένο καθορισμένο πληροφορία αξίωμα παγιωμένο σταθερό ξεκάθαρο πασίδηλο προδιαγεγραμμένο πραγματικό παραδοχή προϋπόθεση

Αντώνυμα

άγνωστο αβέβαιο αμφίβολο άποψη ασαφές αμφισβητούμενο απροσδιόριστο ανεπιβεβαίωτο ανοικτό ιδέα ρευστό προσωρινό εκκρεμές μεταβλητό αναπάντητο ανασφαλές

Παραδείγματα χρήσης

  • Το δεδομένο είναι ότι ο καιρός θα αλλάξει αύριο.
  • Μην θεωρείς τη βοήθειά τους δεδομένη.
  • Στη σύσκεψη δεχτήκαμε ως δεδομένο το προϋπολογισμένο ποσό.
  • Τα αρχικά δεδομένα του πειράματος δείχνουν ανομοιογένεια.
  • Μην αντιμετωπίζεις τους συνεργάτες σου ως δεδομένους.